Implantnet

Θέματα παιδείας, κοινωνίας, οδοντιατρικής επιστήμης και όχι μόνο…

ΛΟΥΘΗΡΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3: Η ΕΝΔΟΣΚΟΠΗΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3: Η ΕΝΔΟΣΚΟΠΗΣΗ

Ο Λούθηρος, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του, διώχνοντας με λίγες σταγόνες μακριά την νύχτα και τις σκέψεις της. Βγήκε από το κελί στον σκοτεινό διάδρομο που έμοιαζε τόσο άδειος και απρόσωπος. Θα έκανε για ακόμα μια φορά την διαδρομή από το κελί στον ναό. Όλη η ζωή του ήταν αυτή η διαδρομή. Ο γέροντας του πολύ συχνά του θύμιζε, ότι το κελί του ήταν ο ουρανός, ήταν ο τόπος συνάντησης με τον Θεό και είχε ευτυχώς αρκετές τέτοιες εμπειρίες. Ήταν φορές που δυσκολευόταν να αποχωριστεί αυτό το γνώριμο μέρος, στο οποίο έμαθε να ακούει μυστικά μέσα στην καρδιά την θεία αναπνοή. Οι ώρες πολλές φορές γίνονταν ελάχιστα λεπτά, καθώς δεν μπορούσε να διακρίνει τον τόπο και τον χρόνο. Αυτό που για άλλους ήταν θεωρία ή πρόφαση, για αυτόν αποτελούσε μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Ήταν ο λόγος που πολλές φορές έλεγε στον εαυτό του ότι άξιζε αυτό που έκανε.

Καθώς πλησίαζε στον ναό το πλήθος των μοναχών μεγάλωνε και αναρωτιόσουν, από πού ξεπρόβαλε αυτό το μεγάλο πλήθος. Σκυθρωπές σκιές εξαϋλωμένων υπάρξεων, αγγελικές μορφές, άλλες νεανικές, άλλες υποβασταζόμενες έλκονταν προς τον χώρο της λατρείας, για να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη και να ξεχειλίσουν όλο αυτό που είχαν μαζέψει το προηγούμενο βράδυ στην προσευχή τους. Μπορούσε να πάει ακόμα και με κλειστά μάτια στο στασίδι του, αλλά φτάνοντας σε αυτό αισθάνθηκε κάτι περίεργο και διαφορετικό. Έλλειπε από δίπλα του ο Βενέδικτος; Μήπως ήταν αδιάθετος; Αποκλείεται να τον είχε πάρει ο ύπνος, γιατί ήταν αρκετά συνεπής και πειθαρχημένος. Σήκωσε το κεφάλι του, ψάχνοντας μέσα στο λίγο φως που έφεγγαν τα κεριά και πράγματι τον είδε σε άλλη θέση αυτήν την φορά. Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν και μπορούσε πλέον να διαβάσει με βεβαιότητα στα μάτια του τον λόγο της μετάθεσης του. Ήθελε να αποστασιοποιηθεί από αυτόν. Τον είχε άλλωστε προειδοποιήσει, ότι δεν είχε την δύναμη ή την διάθεση για νέες περιπέτειες. Μπορούσε να τον καταλάβει, δεν είχε απαιτήσεις από αυτόν. Τα τελευταία χρόνια το μοναστήρι ήταν τόσο διαφορετικό. Μπορούσες να το δεις στα πρόσωπα των δόκιμων μοναχών. Ήταν οι περισσότεροι δικτυωμένοι και αλλοτριωμένοι. Προσκολλημένοι σε αυτούς που είχαν εξουσία, ξεχώριζαν για το κοσμικό φρόνιμα και την διάθεση να ζήσουν έναν ανέραστο μοναχισμό, στην σκιά και την ασφάλεια των πρεσβυτέρων. Ήταν σίγουρο ότι από σήμερα δύσκολα θα τον πλησίαζαν, αποφεύγοντας να διακινδυνεύσουν τον συγχρωτισμό τους με έναν «διαφορετικό» από αυτούς. Τι κρίμα για αυτά τα παιδιά. Πόσο άσχημα ξεκίνησαν την μοναχική τους ζωή. Πόσο δύσκολο είναι να ζεις πραγματικά εξαρτημένος από τον Θεό, εμπιστευόμενος σε αυτόν όλη σου την καθημερινότητα. Εγώ έζησα σε άλλες εποχές, σκέφτηκε με νοσταλγία. Τότε που οι δόκιμοι μοναχοί είχαν οράματα, πάθος για προσφορά και σεβασμό στις πατροπαράδοτες αξίες. Τώρα φαίνεται ότι τα πάντα είναι υποταγμένα στην σκοπιμότητα. Νέα παιδιά, παραδομένα στην ίντριγκα και στην δουλοπρέπεια. Τι περιμένεις, αφού ζούμε στον Μεσαίωνα. Δεν είμαι καλύτερος εγώ Θεέ μου, είμαι απλά διαφορετικός και θέλω να μείνω έτσι. Μόνο μην καταντήσω γραφικός…

Η λειτουργία είχε προχωρήσει αρκετά και καθώς το φυσικό φώς διέλυε το λιγοστό σκοτάδι, ο ναός είχε αρχίσει να αποκτά υλική υπόσταση. Οι σκιές διαλύονταν με γοργούς ρυθμούς, δίνοντας την θέση τους στα πραγματικά περιγράμματα των όντων. Όρθιος ο Λούθηρος στο στασίδι του για αρκετή ώρα, αισθάνθηκε την ανάγκη να καθίσει για λίγο και να βυθιστεί απρόσκοπτα από τα περίεργα βλέμματα στις σκέψεις που έρχονταν στο μυαλό του. Αυτήν την ώρα ο μοναχός έχει τρείς επιλογές: να αφεθεί στην κούραση του σώματος που την απαλύνει ο γλυκός ύπνος, να ανεβάσει τον νου στον θρόνο του Θεού, δίνοντας σάρκα και οστά στα όμορφα τροπάρια που ήδη ψάλλονταν, ή να κατεβάσει τον νου στην σάρκινη πραγματικότητα που δένει τον άνθρωπο με τον υλικό κόσμο. Διάλεξε το τελευταίο, γιατί αισθάνθηκε την ανάγκη να συνδέσει για λίγο τον ουρανό με την γη. Ήταν ήδη είκοσι χρονών όταν αποφάσισε να ακολουθήσει τον Χριστό και να αφιερωθεί σε αυτόν. Η μητέρα του, μια απλή γυναίκα, χωρίς να είναι θρησκευόμενη με την στενή έννοια του όρου, είχε επιδράσει καταλυτικά σε αυτήν την πορεία, καθώς τον έφερε σε μια επιδερμική επαφή με τον Θεό. Αυτός με την σειρά του όταν ήρθε σε αδιέξοδο, έχοντας να αντιμετωπίσει μια σειρά από προβλήματα, ήξερε πλέον που να απευθυνθεί. Έτσι το δίλλημα που τέθηκε μπροστά για τον ποιόν από τους 2 δρόμους να διαλέξει βρήκε την εύκολη απάντηση. Ήταν μια απόφαση αβίαστη, εύκολη και υπεύθυνη που έμελε να αλλάξει ριζικά την ζωή του. Ήταν ένας δρόμος χωρίς γυρισμό, γιατί τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να συγκριθεί με αυτόν. Είχε πολλά θαυμαστά πράγματα να θυμηθεί, και αυτά του έφταναν για να ζήσει στην υπόλοιπη ζωή του. Του είχε δώσει νόημα και περιεχόμενο τέτοιο, που μπορούσε να καταλάβει το νόημα της παραβολής εκείνου, που αφού βρήκε σε ένα χωράφι το πολύτιμο μαργαριτάρι, πούλησε τα πάντα για να το αποκτήσει. Ήταν όμως στιγμές, που διαρκώς πλήθαιναν μέσα του που ήταν ανικανοποίητος. Τα είχε όλα, όμως κάτι του έλλειπε. Είχε μέσα του ανάγκες που ήταν ανεπίτρεπτες για ένα μοναχό που είχε απαιτήσεις από την πνευματική του ζωή. Δεν του έφτανε η αγάπη του Χριστού ή και των ελάχιστων αδελφών. Είχε ανάγκη και από ένα χέρι περισσότερο υλικό να του χαϊδέψει το κεφάλι, να του μιλήσει τρυφερά και να τον κάνει να νιώσει όπως δεν πρόλαβε να αισθανθεί την στιγμή που πήρε την μεγάλη απόφαση. Δεν είχε ξεκαθαρίσει μέσα του αν ήταν πειρασμός του εχθρού, ή μια ρομαντική ανάγκη ανθρώπινη για ζεστασιά και επιβεβαίωση. Όχι δεν κινδύνευε να πέσει, τουλάχιστον έτσι φαινόταν. Ο Θεός τον κρατούσε σφιχτά μέσα στα χέρια του. Ακόμα και οι περιστάσεις που έπαιζαν και αυτές ένα ύπουλο παιχνίδι διευκολύνοντας κατώτερες λειτουργίες, ήταν τέτοιες που στο τέλος έβλεπες το Θείο σχέδιο προστασίας του αδύνατου σκεύους. Είχε πλέον μάθει καλά ότι, όταν αισθανόταν ή ήταν αδύνατος, οι δυνάμεις του ουρανού με αγαστή σύμπνοια, κατέστρεφαν τα πάντα γύρω του, λυτρώνοντας τον από την πιθανότητα της μοιραίας παρεκτροπής. Είχε φτάσει στο σημείο να παρατηρεί αμήχανος, άλλοτε εκνευρισμένος και άλλοτε ανακουφισμένος, την κατάρρευση όλων των κρυφών ή φανερών προσδοκιών του, για ευόδωση έστω και της παραμικρής υλοποιήσιμης σκέψης. Ποιος μπορούσε άραγε να τον κατηγορήσει για τις σκέψεις που σαν ταξιδιάρικα πουλιά γυρνούσαν πάνω από το κεφάλι του; Αυτός ήταν που έγινε γνωστός με την ρήση: δεν φταις εσύ αν τα πουλιά πετούν πάνω από το κεφάλι σου, φρόντισε όμως μην κάνουν φωλιά πάνω σε αυτό. Άλλωστε και ο γέροντας του δεν είχε καμιά ανησυχία για την τελική έκβαση. Ήταν όμως μια μάχη, έναν διαρκής αγώνας με τον εαυτό του, που ήταν καινούργιος και που πίστευε ότι κάποια στιγμή θα τον αφήσει. Άλλοι μοναχοί είχαν ισχυρότερους πειρασμούς, αυτός όμως αισθανόταν ότι ήταν περισσότερο ύπουλος. Δεν είχε σάρκα και οστά, δεν ταυτιζόταν με πρόσωπα, αλλά ήταν μια κατάσταση εγκαταστημένης παθητικότητας. Έψαχνε να ικανοποιήσει μια ανεξιχνίαστη έλλειψη αλλά ο κόσμος γύρω του ήταν τόσο διαφορετικός και καθόλου ρομαντικός. Οι δρόμοι γύρω του οδηγούσαν αλλού και ήταν τόσο ξένος απέναντι σε όλα αυτά. Ήταν τυχερός που είχε μια ανάγκη, που κανείς δεν μπορούσε να την καταλάβει και φυσικά δεν ήταν διατεθειμένος να εκπληρώσει. Άρα ήταν ασφαλής μέσα στην ανασφάλεια του και έλπιζε ότι το έλεος του Θεού κάποια στιγμή θα τον απαλλάξει από αυτό. Ήξερε όμως, ότι οι συνθήκες γύρω του ήταν τέτοιες που αυτές οι ανάγκες που για τον κόσμο φαίνονταν τόσο φυσικές με τις δεδομένες συνθήκες, ήταν αδύνατον να εκπληρωθούν. Ο μοναχός γνωρίζει βέβαια ότι όταν κάτι τελειώνει, τότε κάτι άλλο αρχίζει και έτσι ο αγώνας είναι συνεχής και απαιτεί απόλυτη επαγρύπνηση.

Το τέλος της λειτουργίας διέλυσε και αυτήν την τελευταία σκέψη. Βγαίνοντας από τον ναό επιβεβαίωσε την υποψία του, ότι ο Βενέδικτος δηλαδή πραγματοποίησε αυτό που τον είχε προειδοποιήσει και είχε ήδη αποστασιοποιηθεί. Δεν ήταν μόνο ο Βενέδικτος αλλά θα μπορούσε με βεβαιότητα να πει και όλο το μοναστήρι. Αισθάνθηκε πραγματικά ξένο σώμα, ότι τίποτε δεν τον συνέδεε με τους υπόλοιπους και ότι ο δρόμος που οδηγούσε μακριά από το μοναστήρι, σε μια νέα ζωή, άρχισε να αχνοφαίνεται.

Πέρασαν τρείς περίπου μήνες από την ημέρα που διατύπωσε δημόσια τις θέσεις του. Μια ύποπτη σιωπή υπήρχε γύρω του. Ακόμα και ο ηγούμενος, δεν φάνηκε εξωτερικά αλλοιωμένος απέναντι του. Ωστόσο αισθανόταν κάτι αδιόρατο να υπάρχει ανάμεσα τους. Ήταν σίγουρος, ότι προσπαθούσε να μπαλώσει και να κατευνάσει τα πράγματα, ελπίζοντας ότι ο Λούθηρος μιας και δεν έδωσε συνέχεια στις ριζοσπαστικές του ενέργειες, σκέφτηκε πιο ώριμα ή ρεαλιστικά. Αγνοούσε δυστυχώς το ποτάμι που έτρεχε ορμητικά και έμελε να ξεχειλίσει και να καλύψει ολόκληρη την Γερμανία. Βρισκόμαστε στα Χριστούγεννα του 1517. Ανήμερα της εορτής ο Λούθηρος γέμισε με χαρά, ενθυμούμενος την γέννηση του Θεανθρώπου. Το πρόσωπο αυτό του ήταν τόσο οικείο και αγαπητό. Στον περισσότερο κόσμο δεν λέει τίποτα δυστυχώς, αλλά μήπως η απιστία των πολλών μπορεί να καταργήσει την αληθινή πίστη; Έθεσε το ερώτημα στον εαυτό του, τελικά τι είναι αυτό στο οποίο ευαρεστείται ο Θεός; Μήπως στις μεγάλης διάρκειας προσευχές, στους εξαντλητικούς κανόνες, στις σαρκοκτόνες νηστείες, ή ακόμα και στα εκούσια μαρτύρια; Μέσα του για τον εαυτό του είχε την απάντηση. Την είχε ήδη δώσει ο Χριστός, όταν ανέφερε την παραβολή του τελώνη και του φαρισαίου. Εκείνο που έχει σημασία είναι τελικά μπροστά στον Θεό και τους ανθρώπους είναι να είσαι ο εαυτός σου και να τους κοιτάς στα μάτια με ειλικρίνεια. Αυτό δεν θα ήθελε να το χάσει ποτέ από την ζωή του, γιατί θα έπαυε να είναι αυτός που είναι, θα ήταν ένα άψυχο σώμα άσκοπα περιφερόμενο σε έναν άδικο κόσμο.

Advertisements

Single Post Navigation

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: