Implantnet

Θέματα παιδείας, κοινωνίας, οδοντιατρικής επιστήμης και όχι μόνο…

ΠΟΝΟΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ: ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ. B) ΕΝΟΔΟΝΤΙΑ

Συνεχίζω σήμερα το αφιέρωμα στον πόνο, με την αντιμετώπιση του πόνου από τις ενδοδοντικές θεραπείες. Ας με συγχωρέσουν οι ενδοδοντιστές που μπαίνω λίγο στα χωράφια τους, και αυτοί βάζουν εμφυτεύματα.  Αλλωστε όταν ασχολείσαι με τον πόνο (όχι να τον προκαλείς αλλά να τον θεραπεύεις) μπορείς ακόμα και να θεραπεύσεις τον πόνο της καρδιάς… 🙂

Title:
Postoperative Pain in Dentistry: A Review
Author:
I. Nazaroglou, P. Kafas and N. Dabarakis
Source:
Surgery Journal 3 (5): 96-103, 2008

Β) Ο ΠΟΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΝΔΟΔΟΝΤΙΑ

Γενικά, όσον αφορά τον τομέα της ενδοδοντίας, βάσει πολλών ερευνών εξάγεται το συμπέρασμα, ότι μετά από ενδοδοντική θεραπεία, ο πόνος είναι σχετικά συχνό σύμβαμα, με διάφορη όμως βαρύτητα, η οποία εξαρτάται από ποικίλους παράγοντες. Ο Genet (1987) αναφέρει πόνο στο 27% του δείγματος μετά από ενδοδοντική θεραπεία σε 443 δόντια (5% ισχυρό και 22% μέτριο). Ο Seltzer, σε 698 ασθενείς βρήκε πόνο στο 40%, ενώ σε άλλη έρευνα φαίνεται να υπάρχει μετεγχειρητικός πόνος στο 48,5% σε σύνολο 988 δοντιών.

Υπάρχουν δύο είδη πόνου μετά από την ενδοδοντική θεραπεία, όπως επίσης και δύο χρονικές στιγμές στις οποίες μπορεί να εμφανιστεί ο πόνος. Πόνο μπορεί να αναφέρει ο ασθενής, είτε μετά από την συνεδρία της χημικομηχανικής προπαρασκευής των ριζικών σωλήνων, ή μετά από την έμφραξη των ρ.σ. Ο πόνος αυτός μπορεί να είναι ήπιος ή μέτριος (που είναι και το πιο σύνηθες) και να δημιουργεί μια μέτριου βαθμού δυσφορία στον ασθενή, χωρίς όμως να απαιτεί επείγουσα αντιμετώπιση. Είναι πιο έντονος το πρώτο 48ωρο και μειώνεται σταδιακά μέχρι που εξαλείφεται πλήρως τις περισσότερες φορές μετά από 7-10 ημέρες. Είναι όμως κι αυτή μία μορφή πόνου που κάθε οδοντίατρος πρέπει να έχει υπόψη του, ώστε να την αντιμετωπίσει επαρκώς. Η δεύτερη μορφή πόνου, είναι ο ισχυρός πόνος που οφείλεται σε «αναζωπύρωση της βλάβης» και πιθανή αποστηματοποίησή της και είναι πολύ πιο σπάνια επιπλοκή, αλλά απαιτεί επείγουσα θεραπεία. Τα αίτια της πρώτης μορφής πόνου μπορεί να είναι μηχανικά, χημικά ή μικροβιακά, ενώ της δεύτερης μορφής κυρίως μικροβιακά. Τα μηχανικά και χημικά αίτια, είναι ιατρογενούς προέλευσης και οφείλονται σε έξοδο μικροεργαλείων από το ριζικό τρήμα και ερεθισμό της περιακρορριζικής περιοχής, ή έξοδο στους περιακρορριζικούς ιστούς των σκευασμάτων που χρησιμοποιούνται στα διάφορα στάδια της ενδοδοντίας. Τα μικροβιακά αίτια είναι, είτε η προώθηση των μικροβίων στους ακρορριζικούς ιστούς με τα εργαλεία, είτε η μικροδιείσδυση από την ελλειπή προσωρινή έμφραξη ή από παρατημένους ανοιχτούς ριζικούς σωλήνες, είτε η γενικότερα πρόχειρη και ελλειπής χημικομηχανική προπαρασκευή. Γενικά, πρέπει να επισημανθεί ότι όλες οι τεχνικές θεραπείας όσο πιστά και να ακολουθούνται προκαλούν ένα ποσοστό εξώθησης υπολειμμάτων και μικροβίων. Κάποιοι ερευνητές, αναφέρουν ότι η “crown down” τεχνική και η χρήση περιστρεφόμενων εργαλείων, προκαλούν μικρότερη προώθηση άρα και επαναμόλυνση και συνεπώς πιθανότατα μικρότερο πόνο.

Ο σημαντικότερος παράγοντας που μπορεί να σημαίνει επιτυχή ενδοδοντική θεραπεία και εξάλειψη ή σημαντική μείωση του πόνου μετεγχειρητικά, είναι η απόλυτη ακολουθία, όλων των σταδίων της διάνοιξης-προπαρασκευής-έμφραξης των ριζικών σωλήνων. Σήμερα υπάρχει πληθώρα αντιμικροβιακών και αντιφλεγμονωδών σκευασμάτων, που υποβοηθούν σε σημαντικό βαθμό την σωστή θεραπεία, μειώνοντας το μικροβιακό φορτίο ενδοπολφικά και στους ακρορριζικούς ιστούς και κατά συνέπεια και την φλεγμονώδη αντίδραση, άρα και τον πόνο. Τέτοια σκευάσματα μπορεί να είναι είτε συνδυασμοί κορτικοστεροειδών με αντιβιοτικά για ενδορριζική χρήση, ή τοποθέτηση Ca(OH)2 μετά από διακλυσμούς με υποχλωριώδες νάτριο (το οποίο είναι πολύ δραστικό γενικότερα), ή χρήση άλλων σκευασμάτων, που έχουν αντιμικροβιακές ιδιότητες, όπως η καμφορική παραμονοχλωροφαινόλη και άλλα. Αυτά όλα τα υλικά έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά στην ενδοδοντική θεραπεία, πάντα όμως σε συνδυασμό με την σχολαστική χημικομηχανική προπαρασκευή των ριζικών σωλήνων. Σε μελέτες που έχουν γίνει, πολύ καλά αποτελέσματα έχουν εξαχθεί, από την ενδορριζική χρήση των κορτικοστεροειδών, εξαιτίας της αντιφλεγμονώδους δράσης τους, που επιφέρει ικανοποιητική μείωση της φλεγμονής στα μεσοδιαστήματα μεταξύ των συνεδριών, πολλές φορές ακόμη κι από την πρώτη ώρα μετά από την τοποθέτησή τους . Eιδικά όταν συνδυάζονται με αντιμικροβιακούς παράγοντες(π.χ. νεομυκίνη κ.α.), ώστε η δράση τους να συνδυάζεται με την εξουδετέρωση των μικροβίων, τότε μειώνεται κατά πολύ ο μετα-επεμβατικός πόνος. Και για τα άλλα σκευάσματα υπάρχουν μελέτες, οι οποίες δείχνουν την αποδοτικότητά τους. Σε έρευνα που έγινε, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι υψηλό ποσοστό έλλειψης πόνου, υπήρχε σε ενδοδοντικές θεραπείες στις οποίες δεν χρησιμοποιήθηκε κανένα σκεύασμα ενδορριζικά. Αυτό για ακόμη μια φορά αποδεικνύει το γεγονός, ότι μια σωστή ενδοδοντική θεραπεία σ’ όλα τα στάδιά της, είναι ο σημαντικότερος παράγοντας επιτυχίας και εξάλειψης του πόνου μεταξύ των συνεδριών αυτής.

Εκτός αυτών των σκευασμάτων, μπορούν να χρησιμοποιηθούν με επιτυχία κάποια αναλγητικά σκευάσματα (per os) όπως τα ΜΣΑΦ τα οποία έχουν και αντιφλεγμονώδη δράση. Αυτά τα φάρμακα προτιμώνται κυρίως, όταν υπάρχει σαφής ένδειξη για την ύπαρξη φλεγμονής, περιακρορριζικής βλάβης ή αποστήματος. Χορηγούνται επίσης συμπληρωματικά με την αιτιολογική θεραπεία, για μείωση του πόνου με πολύ καλά αποτελέσματα. Ακόμη, είναι γνωστή η αποτελεσματικότητα της ακεταμινοφαίνης στη μείωση του πόνου, ειδικά όταν συνδυάζεται με τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Το συγκεκριμένο φάρμακο όμως είναι αναποτελεσματικό, στην μείωση της φλεγμονής όταν υπάρχει σαφής εντόπισή της, λόγω των φτωχών αντιφλεγμονωδών ιδιοτήτων της. Σε τέτοιες περιπτώσεις προτιμώνται τα ΜΣΑΦ.

Υποστηρίζεται από πολλούς, ότι ο μετεγχειρητικός πόνος επηρεάζεται από την ύπαρξη προεγχειρητικού πόνου. Συνεπώς, είναι πιθανό τα συμπτωματικά δόντια να εμφανίζουν αυξημένο πόνο μετά από τη θεραπεία. Aυτό έρχεται σε αντίθεση με τα αποτελέσματα άλλων ερευνών και αποτελεί αντικείμενο περεταίρω διερεύνησης. Μία άλλη έρευνα αναφέρει, ότι επειδή ο πόνος είναι υποκειμενικός και εξαρτάται κυρίως από: την αντίληψη του ίδιου του ασθενούς, το γένος (οι γυναίκες είναι γενικά πιο ευαίσθητες) , την προηγούμενη άσχημη εμπειρία σε οδοντίατρο, την ύπαρξη ανησυχίας πριν από την επέμβαση αλλά και την ψυχολογική υποστήριξη από την πλευρά του οδοντιάτρου καθώς και την εγγύησή του ότι δεν θα πονέσει ο ασθενής, παράγοντες που επηρεάζουν την ανταπόκριση του ασθενούς στον πόνο, ειδικά το πρώτο 48ωρο, στο οποίο ο πόνος συνήθως είναι εντονότερος. Όλα αυτά είναι κάποια ευρήματα τα οποία ακόμη διερευνώνται, αλλά δεν παύουν να αποτελούν χρήσιμα στοιχεία στα χέρια του οδοντιάτρου, για να τον κατευθύνουν στην πιθανή χορήγηση κάποιας αναλγητικής θεραπείας, ώστε να υπάρχει ηρεμία και άνεση του ασθενούς, όπως και εξασφάλιση της ομαλής διεκπεραίωσης της θεραπείας, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει σαφής ένδειξη για την χορήγησή τους. Επίσης, όπως έχει ήδη αναφερθεί και στην ενότητα της Χειρουργικής Στόματος, πολύ σημαντική είναι η επικοινωνία με τον ασθενή μετά από την αποχώρησή του από το ιατρείο, για να διαπιστωθεί αν χρειάζεται να καθοριστεί κάποια επανεξέταση, ή αν πρέπει να προταθούν αναλγητικά φάρμακα μέσω τηλεφώνου και για να πραγματοποιηθεί μία πρώτη ψυχολογική προσέγγιση του ασθενούς, γεγονός που είναι πολύ πιθανό να μειώσει το αίσθημα του πόνου και το άγχος για την επόμενη συνεδρία.

Advertisements

Single Post Navigation

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: