Implantnet

Θέματα παιδείας, κοινωνίας, οδοντιατρικής επιστήμης και όχι μόνο…

Archive for the category “παιδοδοντία”

Μέγιστες επιτρεπτές δόσεις των αναισθητικών διαλυμάτων ανά κιλό βάρους

Λιδοκαίνη 2%

1 φύσιγγα (1,8 ml) =

36 mg

Μεπιβακαίνη 3%

1 φύσιγγα (1,8 ml) = 51 mg

Βάρος σε Kg

Μέγιστη δόση

φύσιγγες

Μέγιστη δόση

φύσιγγες

10 Κg

44 mg

1,2

40 mg

0,8

20 Kg

88 mg

2,5

80 mg

1,6

30 Kg

132 mg

3,1

120 mg

2,4

40 Kg

176 mg

4,2

160 mg

3,2

50 Kg

220 mg

5,3

200 mg

3,9

Αρτικαίνη 4%

1 φύσιγγα (1,8 ml) =

40 mg

Βάρος σε Kg

Μέγιστη δόση

φύσιγγες

10 Κg

50 mg

0,7

20 Kg

100 mg

1,5

30 Kg

150 mg

2,1

40 Kg

200 mg

3,0

50 Kg

250 mg

3,5

Ποια είναι η σημασία της τοπικής αναισθησίας στην παιδοδοντία;

Τοπική αναισθησία πρέπει να χορηγείται σε κάθε περίπτωση οδοντιατρικής πράξης κατά την οποία θα υπάρξει πόνος. Ακόμη και για επιφανειακές κοιλότητες η χρησιμοποίηση και μόνο του απομονωτήρα κατευθύνει στη χορήγηση τοπικής αναισθησίας. Σε αντίθετη περίπτωση θα υπάρξει ενόχληση ή και πόνος από τα ούλα. Από την ηλικία των 12 ετών και μετά και όταν υπάρχει πολύ υψηλός βαθμός συνεργασίας του παιδιού με τον οδοντίατρο τα παιδιά είναι ικανά να αναλάβουν και την ευθύνη για την απόφαση της τέλεσης ή όχι της τοπικής αναισθησίας, ενώ για παιδιά μικρότερα από την ηλικία αυτή την ευθύνη έχει ο οδοντίατρος. Για το θέμα μάλιστα αυτό, δηλαδή για το σε ποιες περιπτώσεις είναι αναγκαία η τοπική αναισθησία πριν την οδοντιατρική θεραπεία, έχουν αναπτυχθεί διάφορες απόψεις συχνά αντίθετες μεταξύ τους. Μερικά παιδιά φοβούνται την βελόνη ενώ άλλα τον τροχό. Λογικά, η προπαρασκευή δοντιού χωρίς αναλγησία σε ένα παιδί που φοβάται τον τροχό θα λειτουργήσει αρνητικά αυξάνοντας τον φόβο και την ανησυχία του, ενώ η προσεκτική εφαρμογή τοπικής αναισθησίας θα βοηθήσει στην απευαισθητοποίηση του και στην ανάπτυξη μιας σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα σ’ αυτό και τον οδοντίατρο. Αντίθετα, σε ένα παιδί που έχει φοβία για την βελόνη, θα μπορούσε κανείς να προτείνει για τις πρώτες συνεδρίες απλές αποκαταστατικές εργασίες χωρίς τοπική αναισθησία. Αν όμως κατά τη διάρκεια αυτών το παιδί αισθανθεί πόνο θα δημιουργηθούν περαιτέρω αρνητικά συναισθήματα. Για το λόγο αυτό ορισμένοι κλινικοί προτείνουν να δίνεται η δυνατότητα ελέγχου στο παιδί να σταματήσει τη διαδικασία και να ζητήσει την τοπική αναισθησία. Αντίθετα άλλοι είναι υπέρμαχοι της τοπικής αναισθησίας σε όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες υπάρχει έστω και η παραμικρή υποψία πως θα μπορούσε να ενοχληθεί το παιδί. Σε κάθε περίπτωση πάντως σημαντική σημασία στο θέμα αυτό έχει η ψυχολογική κατάσταση του παιδιού και η εξασφάλιση υψηλού βαθμού συνεργασίας με τον οδοντίατρο πριν την έναρξη της οδοντικής θεραπείας. Εργασία των Ram και Peretz (2001) πάντως έδειξε πως ακόμη και στις περιπτώσεις που τα παιδιά αντιδρούσαν με κλάμα ή μορφασμούς πόνου κατά τη διάρκεια της τοπικής αναισθησίας, στην πλειοψηφία τους αξιολογούσαν ως θετική την εμπειρία, ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης σχέσης εμπιστοσύνης με τον οδοντίατρο.


Συγγραφείς: Δαυϊδοπούλου Σ, Γιάντσιου Β, Αραποστάθης Κ, Νταμπαράκης N

Ψυχολογική προσέγγιση του παιδιού πριν και κατά τη διάρκεια της τοπικής αναισθησίας

Πολλοί ερευνητές έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα πως τα κύρια αίτια του οδοντιατρικού φόβου είναι οι πρώιμες επώδυνες ή αρνητικές οδοντιατρικές εμπειρίες. Αυτές μπορεί να είναι είτε ο πόνος κατά τη διάρκεια της θεραπείας, είτε μία μη επιθυμητή συμπεριφορά του οδοντιάτρου, είτε άλλα δυσάρεστα περιστατικά στο οδοντιατρείο. Η ανώδυνη οδοντιατρική θεραπεία επιτυγχάνεται με τον συνδυασμό των μεθόδων ελέγχου του φόβου και του άγχους και την τοπική αναισθησία. Η επίτευξη μιας όσο το δυνατόν πιο ευχάριστης οδοντιατρικής εμπειρίας θα συντελέσει στην διαμόρφωση μιας θετικής στάσης απέναντι τόσο στην πρόληψη των νόσων του στόματος όσο και στην αναζήτηση θεραπείας όταν αυτή είναι απαραίτητη. Επίσης, η όσο το δυνατόν πιο ανώδυνη τοπική αναισθησία παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της συνεργασίας του παιδιού με τον οδοντίατρο και στη γενικότερη αντιμετώπιση της οδοντιατρικής θεραπείας από αυτό. Από τεχνικής άποψης η ανώδυνη τοπική αναισθησία είναι εφικτή, εξαρτάται όμως από ορισμένους παράγοντες όπως είναι η σωστή εκτίμηση του βαθμού ωριμότητας του παιδιού, η ψυχολογική προετοιμασία του παιδιού και η σωστή εφαρμογή της τοπικής αναισθησίας. Ο κλινικός πρέπει να προσέξει ιδιαίτερα κάποια σημεία της διαδικασίας όπως, η χρήση της σωστής βελόνης, η αργή έγχυση του αναισθητικού διαλύματος και ο περιορισμός του αριθμού των εμπάρσεων της βελόνης.

Μέθοδοι επίτευξης συνεργάσιμου ασθενή

Η επίτευξη ουσιαστικής επικοινωνίας με το παιδί σε συνδυασμό με την υιοθέτηση στάσης πραγματικού ενδιαφέροντος και φροντίδας από τον οδοντίατρο είναι το κλειδί για μία αρμονική σχέση συνεργασίας. Η μεγάλη πλειοψηφία των παιδιών μάλιστα απαιτεί ελάχιστη προσπάθεια ελέγχου της συμπεριφοράς εκτός από την πληροφόρηση για το τι πρόκειται να συμβεί (λέω-δείχνω-κάνω). Ο επεμβαίνων εξηγεί με άπλα λόγια, πάντα με βάση το νοητικό επίπεδο, το στάδιο της ανάπτυξης και την ικανότητα επικοινωνίας του παιδιού, τι πρόκειται να κάνει, το παρουσιάζει και στη συνέχεια το πραγματοποιεί. Η μέθοδος λέω-δείχνω-κάνω ανήκει στις μη-φαρμακολογικές μεθόδους και είναι η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη. Άλλες μη-φαρμακολογικές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται κατά τη χορήγηση τοπικής αναισθησίας είναι (α) ο έλεγχος του τόνου της φωνής με τον οποίο επηρεάζεται και κατευθύνεται η συμπεριφορά του ασθενούς σε περίπτωση μη-συνεργασίας, (β) η θετική ενίσχυση, με την οποία σε κατάλληλο χρόνο ενισχύεται λεκτικά και επιβραβεύεται η επιθυμητή συμπεριφορά, (γ) η απόσπαση της προσοχής, ώστε αυτή να εστιαστεί σε κάποιο άλλο αντικείμενο ή θέμα και όχι στη διαδικασία της οδοντιατρικής πράξης και (δ) η μη λεκτική επικοινωνία, με την οποία πάλι ενισχύεται θετικά η συμπεριφορά τυ ασθενούς μέσω της επαφής ,της στάσης του σώματος και των εκφράσεων του προσώπου του οδοντιάτρου.

Ο έλεγχος της συμπεριφοράς επιτυγχάνεται επίσης με τις φαρμακολογικές μεθόδους επίτευξης συνεργάσιμου ασθενή. Με τη χορήγηση φαρμάκων εξασφαλίζεται χαλάρωση στον ασθενή και μείωση της έντασης και του άγχους του (χρήση πρωτοξειδίου του αζώτου, ενσυνείδητη χαλάρωση). Τέλος, σε ασθενείς με πολύ χαμηλό βαθμό συνεργασίας, άτομα με ειδικές ανάγκες, ή άτομα με βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό αποτελεί ένδειξη η χορήγηση γενικής αναισθησίας.

Ο συνδυασμός όλων των παραπάνω μεθόδων αποτελεί πολύτιμο εργαλείο στα χέρια του οδοντιάτρου ώστε να μπορέσει να διαμορφώσει έναν συνεργάσιμο ασθενή. Η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη μέθοδος είναι το λέω-δείχνω-κάνω. O τρόπος με τον οποίο ο οδοντίατρος θα παρουσιάσει την τοπική αναισθησία εξαρτάται κατ’ αρχάς από την ηλικία του παιδιού. Προτείνεται να ανακοινώνεται η τοπική αναισθησία από την προηγούμενη συνεδρία. Σε παιδιά 3–6 ετών είναι αρκετή μία απλή αναφορά. Πιο αναλυτικά η τοπική αναισθησία θα παρουσιασθεί ακριβώς πριν την τέλεσή της, λαμβάνοντας υπόψη πως στο παιδί δε θα πρέπει να δίνονται περισσότερες πληροφορίες από αυτές που μπορεί να αντιμετωπίσει θετικά. Λεπτομερείς πληροφορίες συχνά έχουν αντίθετα αποτελέσματα προκαλώντας ανησυχία και νευρικότητα. Σε κάθε περίπτωση πάντως η επικοινωνία με το παιδί θα πρέπει να γίνεται σε μία γλώσσα πλήρως κατανοητή από αυτό. Ο οδοντίατρος θα πρέπει να προσαρμόζει το λεξιλόγιό του σύμφωνα με το επίπεδο ωρίμανσης του παιδιού. Για παράδειγμα μπορεί να πει πως θα κοιμίσει το δοντάκι ή πως θα δώσει στο δοντάκι υπνωτικό χυμό ή σπρέι. Επιπρόσθετα, δε θα πρέπει να αρνηθεί την πιθανότητα ενόχλησης ή πόνου, ώστε να μην χαθεί η εμπιστοσύνη του παιδιού, αλλά να τηρήσει μία στάση συμπαράστασης και κατανόησης, μειώνοντας τις ανησυχίες και το άγχος του παιδιού.

Πρέπει να παρουσιάζεται η βελόνη στα παιδιά;

Η παρουσίαση της βελόνης στο παιδί αποτελεί αντικείμενο διχογνωμίας μεταξύ των κλινικών. Οι Μaragakis και Musselman (1996) σε παιδιά 5 και 6 ετών δεν κατάφεραν να συσχετίσουν τη συμπεριφορά των παιδιών με το αν είδαν ή όχι την βελόνη. Όταν το παιδί είναι μεγαλύτερο, 6-7 ετών, μπορεί να δεχθεί πιο λεπτομερείς οδηγίες, και ο οδοντίατρος μπορεί να του μάθει πώς να χαλαρώνει και να τονίσει τις θετικές συνέπειες της τοπικής αναισθησίας. Παρόλα αυτά όμως τα παιδιά διαφέρουν σημαντικά στην ικανότητα να αντιμετωπίσουν μία κατάσταση που τους προκαλεί άγχος και φόβο, μερικά επωφελούνται σημαντικά όταν παρακολουθούν με κάθε λεπτομέρεια κάθε βήμα της διαδικασίας ενώ άλλα όχι, οπότε είναι προτιμότερο να αποσπάται η προσοχή τους την στιγμή της ένεσης. Σε περιπτώσεις παιδιών με έντονη φοβία στη θέα της βελόνης αποδεικνύονται χρήσιμα τα συστήματα ψεκασμού με ειδικές σύριγγες χωρίς βελόνη.

Ο ρόλος του βοηθού

Ο ρόλος του βοηθού του οδοντιάτρου είναι πολύ σημαντικός στην μεταφορά της βελόνης, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που ο οδοντίατρος επιλέγει να μη γίνει αυτή ορατή από το παιδί. Ο ή η βοηθός του τη δίνει με τέτοιο τρόπο ώστε να μη χρειασθεί ο οδοντίατρος να πάρει τα μάτια του από το παιδί και αφαιρεί το καπάκι της βελόνης την τελευταία στιγμή. Η βοήθειά του βοηθού είναι απαραίτητη και στον έλεγχο των κινήσεων του παιδιού. Τοποθετώντας το χέρι απαλά πάνω στα χέρια του παιδιού μπορεί να τα κρατήσει ακίνητα σε περίπτωση που αυτό πάει να κάνει κάποια απότομη κίνηση ή να πιάσει τα χέρια του οδοντιάτρου.

Συγγραφείς:  Δαυϊδοπούλου Σ, Γιάντσιου Β, Αραποστάθης Κ, Νταμπαράκης Ν

Post Navigation

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 621 other followers